14 Ιαν 2008

ΠΡΟΣΦΥΓΗ Στην Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ΟΗΕ



ΕΝΩΠΙΟΝ


της Επιτροπής Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Γραφείου του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών στην Γενεύη: Petitions Team, Office of the High Commissioner for Human Rights, United Nations Office at Geneva, 1211 Geneva 10, Switzerland, φαξ: + 41 22 9179022,

email: tbpetitions@ohchr.org


ΠΡΟΣΦΥΓΗ


Σύλλογος για την ανδρική και πατρική αξιοπρέπεια (ΣΥ.Γ.Α.Π.Α. SYGAPA) κατά της Ελλάδας

Προσφεύγοντες

  • Επωνυμία: Σύλλογος για την Ανδρική και Πατρική Αξιοπρέπεια (ΣΥ.Γ.Α.Π.Α. SYGAPA)

  • Ο σύλλογος αποτελεί κατ’ ουσίαν μια μη κυβερνητική οργάνωση, η οποία αναλαμβάνει ρόλο διαμεσολαβητή, ή θεσμικό ή κοινωνικόνομικό.

  • Σκοπός: Σκοποί του σωματείου είναι:

1) Ανάδειξη προβλημάτων σχετικά με την ισότητα των δύο φύλων.

2) Έρευνα και εμβάθυνση σε θέματα οικογενειακού δικαίου και βελτίωση της κατάστασης των διαλυμένων οικογενειών.

3) Δημιουργία, στήριξη φορέα «διαμεσολαβητή» για την σωστή και ειρηνική συνύπαρξη ζεύγους.

4) Προβολή των δικαιωμάτων του άνδρα τόσο στην κοινωνική όσο και στην οικογενειακή σχέση πριν ή μετά το γάμο ή το διαζύγιο. Οικονομικά του ζευγαριού.

5) Θεσμικό πλαίσιο, νομική και συνταγματική προστασία των ανδρών τόσο σε θέματα εργασιακά, συνταξιοδοτικά, παροχών, υπηρεσιών, διοικητικές υπηρεσίες, κτλ

6) Η μελέτη προστασία και προαγωγή των οικονομικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του σε σχέση και με τις εργασιακές τους δραστηριότητες και το φύλο τους. Δικαιώματά τους.

7) Προστασία, στήριξη ανδρών από ψυχολογική και σωματική βία. Καταγραφή κακοποιημένων ανδρών στην Ελλάδα και θυμάτων παρενόχλησης.

8) Στήριξη και προστασία των παιδιών όταν θεωρούνται ως αντικείμενα «εκμετάλλευσης» από τους γονείς. Η θέση του πατέρα. Σχέση πατέρα παιδιών. μονογονεϊκές οικογένειες.

9) Η ισότιμη μεταχείριση των μελών του σε θέματα εργασίας και αμοιβής και νομικής προστασίας.

10) Συμπαράσταση και στήριξη κάθε μέλους τόσο νομική όσο και ηθική

11) Η σύνδεση με άλλους φορείς Συλλόγους παρεμφερείς της χώρας και του εξωτερικού.

12) Η σύσφιξη των δεσμών μεταξύ των μελών.

  • Έδρα: Θεσσαλονίκη.

  • Διεύθυνση επικοινωνίας: ΦΡΑΓΚΩΝ 19, Οροφ: 1, γρ: 16, ΤΚ 54625 ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

  • Φαξ: 2310.524319

  • Τηλ. 2310524285, ΚΙΝΗΤΟ +306942989785

  • Email: email: goneas2005@yahoo.gr

  • Ιστοσελίδα: http://www.sossygapa.eu/

Θύματα της προσβολής

1) (ο πατέρας)

  • Επώνυμο: Κ.

Όνομα: Νικόλαος (Νίκος)

  • Πατρώνυμο: Γεώργιος

  • Μητρώνυμο: Αικατερίνη

  • Γενν. 11/8/1953 στην Αθήνα

  • Εθνικότητα: Ελληνική

  • Αριθμός Δελτίου Ταυτότητας: ……………. ΚΔ΄ Τ.Α. Αθηνών

  • Φύλο: Άρρεν

  • Κατάσταση γάμου, παιδιά: διαζευγμένος, με ένα παιδί (κορίτσι 10 ετών, βλ. δεύτερο θύμα)

  • Επάγγελμα: Δημόσιος Υπάλληλος ………………

  • Εθνικότητα: Ελληνική

  • Δ/ση: …………………………., Ζωγράφου, Αθήνα

  • Δ/ση επικοινωνίας: Κ. Δ., δικηγόρος Αθηνών, ………………………..


2) (η ανήλικη)

  • Επώνυμο: Κ.

  • Όνομα: Κατερίνα

  • Πατρώνυμο: Νικόλαος

  • Μητρώνυμο: Ελένη

  • Γενν. 11/10/1995 στην Αθήνα

  • Εθνικότητα: Ελληνική

  • Αριθμός Δελτίου Ταυτότητας:

  • Φύλο: θήλυ

  • Κατάσταση γάμου: άγαμος

  • Επάγγελμα: μαθήτρια δημοτικού σχολείου

  • Εθνικότητα: Ελληνική

  • Δ/ση: ……………………………., Ζωγράφου, Αθήνα

  • Δ/ση επικοινωνίας: Κ. Δ., δικηγόρος Αθηνών,

Καθ’ ού η προσφυγή Κράτος

  • Ελλάδα,

  • Η Ελλάδα έχει υπογράψει το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ανθρώπινα και Πολιτικά Δικαιώματα (ΔΣΑΠΔ), καθώς και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο, και τα έχει κυρώσει με τον Ν. 2462/1997.

(d) Αντικείμενο της προσφυγής

  • Να αναγνωριστεί ότι η Ελλάδα παραβίασε τα δικαιώματά μας που αναφέρονται παρακάτω, υπό (e).

  • Να ακολουθηθεί η διαδικασία του επείγοντος.

(e) Άρθρα του Διεθνούς Συμφώνου για τα Πολιτικά και Ανθρώπινα Δικαιώματα που παραβιάστηκαν

  • Άρθρο 14 παρ. 1 (ισότητα ενώπιον των δικαστηρίων, πρόσβαση στο δικαστήριο και αμεροληψία δικαστικών οργάνων όσον αφορά την δίκαιη δίκη)

  • Άρθρο 3 (ισότητα ανδρών και γυναικών)

  • Άρθρο 23 παρ. 4 (ισότητα συζύγων σε σχέση με το γάμο, κατά τον έγγαμο βίο και κατά τη λύση του γάμου)

  • Άρθρο 24 παρ. 1 (προστασία της παιδικής ηλικίας).

  • Άρθρο 14 παρ. 2 (τεκμήριο αθωότητος) για τον πρώτο από εμάς

  • Άρθρο 9 (ελευθερία του προσώπου) για αμφότερους

  • Άρθρο 17 (παράνομη προσβολή προσωπικότητας) για αμφότερους

  • (f) Γεγονότα που αφορούν στην προσφυγή

Από τα στοιχεία που ετέθησαν υπόψη μας προκύπτουν τα παρακάτω περιστατικά.

Ο Νικόλαος Κ. (στο εξής: πατέρας) είναι πατέρας της Κατερίνας Κ. (στο εξής: ανήλικη), η οποία είμαι 10 χρονών.

Η μητέρα της Κατερίνας, Ελένη Α. (στο εξής: μητέρα), επάγγελμα νοσοκόμος, γεννήθηκε στην ……………. Χαλκιδικής στις 8/9/1958, και κατοικεί στη Θεσσαλονίκη.

Ο πατέρας και η μητέρα της ανήλικης ήρθαν σε διάσταση από το 1998, και από τότε η ανήλικη διέμενε με την μητέρα της, διατηρώντας επαφή με τον πατέρα.

Το 2003, ο γάμος του πατέρα με την μητέρα λύθηκε με διαζύγιο.

Η «επιμέλεια» της ανήλικης, μετά τη διάσταση των γονιών της, δόθηκε (όπως γίνεται συνήθως στην Ελλάδα) στην μητέρα.

Για το ζήτημα αυτό έχουν γίνει επανειλημμένες δίκες, και έχουν εκδοθεί επανειλημμένες αποφάσεις, με τελευταία την απόφαση 920/05 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Στις 26/6/2005 η μητέρα παντρεύτηκε, σε δεύτερο γάμο, έναν δημοδιδάσκαλο στο σχολείο της ανήλικης, τον Χρήστο Λ. (στο εξής: πατριός).

Στις 5/8/2005, ο πατέρας παρέλαβε την ανήλικη στην Αθήνα, για την δικαστικά ορισμένη επικοινωνία του με αυτήν, διαρκείας περίπου δυο βδομάδων.

Η ανήλικη ακολούθησε τον πατέρα, αλλά, στη συνέχεια, αρνήθηκε με ένταση να επιστρέψει στην μητέρα της, ούτως ώστε ήταν φανερό ότι, για την επιστροφή της, θα χρειαζόταν να ασκηθεί πάνω στην ανήλικη σημαντική βία.

Πατέρας και ανήλικη επισκέφθηκαν Παιδοψυχίατρο των Αθηνών στις 16 και 17/8/2005.

Η Παιδοψυχίατρος, με κατάλληλη εξέταση, εκμαίευσε από την ανήλικη ότι, κατά το αμέσως προηγούμενο διάστημα, την είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά ο πατριός.

Η σεξουαλική παρενόχληση συνίστατο σε επιψαύσεις σε όλα τα σημεία του σώματος της ανήλικης, που συνέβησαν μετά τον γάμο της μητέρας με τον πατριό, και πριν τις 5/8/2005, και τις οποίες η μητέρα γνώριζε, αλλά συγκάλυπτε.

Η ανήλικη είχε αποκρύψει, μέχρι τότε, το γεγονός από τον πατέρα, γιατί φοβόταν να το πει.

Οι καταγγελίες αυτές καταγράφηκαν στις από 17/8/2005 και από 26/8/2005 Παιδοψυχιατρικές Εκτιμήσεις της ανήλικης από την Παιδοψυχίατρο κα Δήμητρα Μ..

Στη συνέχεια, τα πορίσματά της επιβεβαίωσε και ο Ψυχίατρος κ. Μανόλης Μ., με την από 24/8/2005 Έκθεση Ψυχιατρικής Εξέτασης.

Η ανήλικη επανέλαβε τις καταγγελίες της, επίσης, στις 18/8/2005, στην Εισαγγελέα Ανηλίκων, κα Άννα Καλουτά, η οποία τις κατέγραψε στην διάταξη 1/2005.

Η ανήλικη επανέλαβε, επίσης, τις καταγγελίες της σε ηχογραφημένο μήνυμά της, το οποίο ηχογραφήθηκε στις 22/8/2005.

Στις 18/8/2005, ο πατέρας προσέφυγε, για λογαριασμό της ανήλικης, στην Εισαγγελέα Ανηλίκων Αθηνών.

Επίσης προσέφυγε, για λογαριασμό της ανήλικης, στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με αίτηση που κατετέθη στις 19/8/2005, αρ. κατάθεσης 124138/10615/1982005.

Με την αίτηση εζητείτο η άμεση λήψη μέτρων, για να προστατευθεί η ανήλικη από τον κίνδυνο βίαιης επιστροφής της στο περιβάλλον του πατριού και της μητέρας της.

Στις 22/8/2005, ο πατέρας μήνυσε τον πατριό, καταθέτοντας στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την μήνυσή του αριθμός Γ05/3860, για τις πράξεις που κατήγγειλε η ανήλικη, αφού αυτές είναι αξιόποινες, με βάση τα άρθρα 339 και 342 Π.Κ.

Η μητέρα, όταν πληροφορήθηκε την καταγγελία της ανήλικης, αμέσως μήνυσε τον πατέρα, καταθέτοντας στο Α΄ Αστυνομικό Τμήμα Θεσσαλονίκης την από 19/8/2005 έγκλησή της, κατηγορώντας τον για αρπαγή της ανήλικης (άρθρο 324 του Ποινικού Κώδικα), και ζήτησε την αυτόφωρη σύλληψή του.

Επισημαίνεται ότι η αντιδικία του πατέρα με την μητέρα περιλάμβανε, επίσης, πολλές μηνύσεις κι από τις δύο πλευρές.

Με την από 252000, αρ. ΣΤ2/475 μήνυσή της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης η μητέρα είχε μηνύσει ξανά τον πατέρα για αρπαγή της ανήλικης, κατά την επικοινωνία των εορτών του Πάσχα.

Με την αρ. 56790/2005 Απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο πατέρας αθωώθηκε από κατηγορία για αρπαγή της ανήλικης, η οποία του είχε απευθυνθεί κατόπιν της παραπάνω μήνυσης.

Αντίστροφα, με την αρ. 121006/01 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκε η μητέρα, μετά από μήνυση του πατέρα, για παράβαση του άρθρου 232 Α΄ Π.Κ. (παραβίαση δικαστικής απόφασης), επειδή δεν επέτρεψε την επικοινωνία της κόρης με τον πατέρα.

Κατά την διάρκεια των μηνών που ακολούθησαν, κατετέθη μεγάλος αριθμός μηνύσεων, ιδίως από την πλευρά της μητέρας (βλ. μεταξύ άλλων την από 21/9/2005 μήνυση, που αναφέρεται στο γεγονός το οποίο καταγράφεται στην από 18/9/2005 έκθεση των αστυνομικών οργάνων).

Στις 22/8/2005, όταν επρόκειτο να συζητηθεί η από 19/8/2005 αίτηση του πατέρα για λήψη επειγόντων μέτρων, η μητέρα και ο πατριός, έχοντας ζητήσει την αυτόφωρη σύλληψη του πατέρα, όπως προαναφέρθηκε, περίμεναν, συνοδευόμενοι από αστυνομικά όργανα, στο δικαστήριο, τον πατέρα και την ανήλικη να προσέλθουν, για να συλλάβουν τον πατέρα, παρεμποδίζοντας, με τον τρόπο αυτό, την προσέλευσή του στο δικαστήριο, και να αρπάξουν την ανήλικη, προκειμένου να την μεταφέρουν βίαια στην κατοικία τους, στην Θεσσαλονίκη.

Για τον λόγο αυτό, ο πατέρας και η ανήλικη δεν μπόρεσαν να προσέλθουν στο δικαστήριο στις 22/8/2005, κατά την συζήτηση της αίτησής τους.

Η δικαστής που εξέτασε το αίτημα για παροχή άμεσης προστασίας της ανήλικης, το απέρριψε στις 22/8/2005, αφού αρνήθηκε να εξετάσει οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο (μάρτυρες) για τις καταγγελίες της ανήλικης.

Όμως, η Εισαγγελέας Ανηλίκων κα Άννα Κ., στις 27/8/2005, εξέδωσε την διάταξη 1/2005, μια δίκαιη απόφαση, όπου βεβαιωνόταν η εξέταση των μερών, η ύπαρξη αποδεικτικών μέσων των καταγγελιών της ανήλικης για σεξουαλική παρενόχλησή της από τον πατριό, και ελάμβανε τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της ανήλικης, δηλαδή έδινε άδεια για προσωρινή παραμονή της ανήλικης με τον πατέρα, απαγόρευε την επικοινωνία της με τον πατριό, ρύθμιζε την επικοινωνία της ανήλικης με την μητέρα της κάθε Κυριακή, και διέταζε διεξαγωγή παιδοψυχιατρικής εξέτασης στο Δημόσιο Νοσοκομείο «Αγία Σοφία».

Με βάση την απόφαση αυτή, έπαψε η καταδίωξη του πατέρα από την Αστυνομία, έλειψε ο κίνδυνος για αυτόφωρη σύλληψή του και αρπαγή της ανήλικης, η ανήλικη άρχισε να κατοικεί με τον πατέρα, στην Αθήνα, και εγγράφηκε για να φοιτήσει στο …. Δημοτικό Σχολείο ………., όπου άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα.

Κατά την διάρκεια του Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου του 2005, ο πατριός και η μητέρα έγιναν αντιληπτοί να παρακολουθούν το σχολείο όπου πήγαινε η ανήλικη.

Κατά το διάστημα αυτό, η ανήλικη αρνήθηκε επίμονα να ακολουθήσει την μητέρα της για την ορισθείσα επικοινωνία, αφού, άλλωστε, η τελευταία την πίεζε ψυχολογικά λέγοντάς της ότι οπωσδήποτε θα κερδίσει όλες τις δίκες με τον πατέρα, και την προέτρεπε να «ετοιμάζει τις βαλίτσες» της για να μεταβεί στην Θεσσαλονίκη, με την ίδια και με τον πατριό.

Οι αρνήσεις της ανήλικης να ακολουθήσει την μητέρα της διαπιστώνονται σε σειρά εκθέσεων των αστυνομικών οργάνων, τα οποία κάθε φορά εκαλούντο, προκειμένου να διαπιστώσουν τι γινόταν, αφού, άλλωστε, αμέσως μετά, η μητέρα συνήθιζε να καταθέτει μηνύσεις κατά του πατέρα.

Υπάρχουν τέτοιες εκθέσεις αστυνομικών οργάνων για τις 4/9/2005, τις 18/9/2005, τις 2/10/2005, τις 9/10/2005, τις 16/10/2005, τις 23/10/2005 και τις 30/10/2005, όπου διαπιστώνεται η αυθόρμητη άρνηση της ανήλικης να ακολουθήσει την μητέρα της.

Η επιθυμία της ανήλικης να μην επιστρέψει στην μητέρα της καταγράφεται, επίσης, στο από 3/10/2005 τεστ της ιδίας στο σχολείο της, «ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΑ ΣΤΗ ΓΛΩΣΣΑ».

Η ίδια επιθυμία της ανήλικης να μην ακολουθήσει την μητέρα της καταγράφεται, ακόμα, στην από 5/10/2005 Προκαταρκτική έκθεση των Παιδοψυχιάτρων της Παιδοψυχιατρικής Κλινικής του «Αγία Σοφία».

Στην έκθεση αυτή καταγράφεται η συνάντηση των δύο παιδοψυχιάτρων που ανέλαβαν την εξέταση της ανήλικης:

  • Με την μητέρα στις 15/9/05

  • Με τον πατέρα στις 19/9/05

  • Με την ανήλικη στις 19/9/05

  • Η αποτυχία της συνεδρίασης της 26/9/05, όπου οι παιδοψυχίατροι επρόκειτο να εξετάσουν από κοινού την ανήλικη με την μητέρα, και η οποία οφείλεται στην άρνηση της άρνησης της ανήλικης να βρεθεί με την μητέρα της στον ίδιο χώρο.

  • Με τον πατέρα και την ανήλικη στις 28/9/05

Τα περιστατικά της εν λόγω εξέτασης, εκτίθενται στις αναφορές του πατέρα: αρ. 17786/3092005 αναφορά προς τον Δ/ντή της κλινικής, κ. Ιωάννη Τ., αρ. πρωτ. 18449/71005 ερώτημα προς την παιδοψυχίατρο του Νοσοκομείου κ. Κ., αρ. 23789/1122005 αίτηση του πατέρα προς το Νοσοκομείο και από 29/12/2005 αίτηση για την εξαίρεση των παιδοψυχιάτρων Κ. και Κο. από την υπόθεση, που κατατέθηκε στο Νοσοκομείο με αρ. 25648/29122005, στον Υπουργό Υγείας με αρ. 14240/29122005 και στον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών με αρ. 23422/29122005. Από τις αιτήσεις αυτές, η κλινική απάντησε μόνο στην πρώτη, με την από 5/10/2005 επιστολή του δ/ντή της κλινικής, κ. Ιωάννη Τ..

Η από 19/8/2005, αρ. κατάθεσης 124138/10615/1982005 αίτηση του πατέρα για λήψη προσωρινών μέτρων προστασίας της ανήλικης, συζητήθηκε δημόσια στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την Τετάρτη, 5/10/2005.

Κατά την συζήτηση προσήχθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυπταν:

  • Η ύπαρξη καταγγελιών της ανήλικης κατά του πατριού για σεξουαλική της παρενόχληση με την ανοχή της μητέρας, και η σοβαρότητα των καταγγελιών αυτών.

  • Η άρνηση της ανήλικης να επιστρέψει στο περιβάλλον της μητέρας και του πατριού, ούτως ώστε μόνο με άσκηση σημαντικής σωματικής και ψυχολογικής βίας θα μπορούσε να επιτευχθεί τέτοια επιστροφή.

Ενόψει όλων αυτών, ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την απόφαση 8621/2005 του δικαστηρίου, αρνήθηκε να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, επικαλούμενος «αοριστία» της αίτησης.

Με την έκδοση της απόφασης αυτής, στις 11 Νοεμβρίου 2005, επανήλθε το καθεστώς που υπήρχε προ της διατάξεως 1/2005 της Εισαγγελέως Ανηλίκων Αθηνών: η μητέρα μήνυσε πάλι τον πατέρα για αρπαγή της ανήλικης, ζήτησε την αυτόφωρη σύλληψή του από την Αστυνομία, και, από κοινού με τον πατριό, επιχείρησαν να αρπάξουν την ανήλικη από το σχολείο της, αναζητώντας τον πατέρα και την ανήλικη παντού.

Μάλιστα, στις 6/12/2005, τοιχοκόλλησαν φωτογραφίες της ανήλικης σε μια ευρύτατη περιοχή των Αθηνών, στην οποία περιλαμβανόταν η κατοικία της, η κατοικία των συγγενών της, το σχολείο της, η εργασία του πατέρα, κ.τ.λ. γνωστοποιώντας ευρύτατα ότι η ανήλικη «αναζητείται» και ότι ο πατέρας είναι «καταζητούμενος της Ελληνικής αστυνομίας» και την «κατακρατεί παράνομα».

Προ της καταστάσεως αυτής, κατέστη αδύνατη η συνέχιση της εργασίας του πατέρα, ο οποίος ζήτησε από την υπηρεσία του ειδική άδεια.

Επίσης, κατέστη αδύνατη η παρακολούθηση του σχολείου από την Κατερίνα, αφού η μητέρα και ο πατριός επιχείρησαν, πάλι, να την αρπάξουν από το σχολείο, ισχυριζόμενοι ότι είχαν το προς τούτο δικαίωμα.

Το Υπουργείο Παιδείας, παρά την κατάθεση της από 21/11/2005 σχετικής αίτησης, αρνήθηκε να παράσχει οποιαδήποτε προστασία στην ανήλικη.

Ο πατέρας προσέφυγε αμέσως στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την από 16/11/2005, αρ. κατάθεσης 183907/14491/17112005 Αίτησή του.

Το αίτημά του για άμεση λήψη μέτρων προστασίας της ανήλικης, συζητήθηκε την Παρασκευή, 18/11/2005, και απορρίφθηκε από τον Πρόεδρο Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών.

Ο πατέρας προσέφυγε, επίσης, στην Εισαγγελέα Ανηλίκων, με την από 16/11/2005 αίτησή του για λήψη άμεσων μέτρων για την προστασία της ανήλικης από τον κίνδυνο αρπαγής της από την μητέρα και τον πατριό, και της βίαιης επιστροφής της στο περιβάλλον στο οποίο συνέβη η καταγγελθείσα σεξουαλική παρενόχλησή της.

Την υπόθεση χειρίστηκε νέα Εισαγγελέας, η κα Αλεξάνδρα Πί..

Η κα Πί. καταρχάς αρνήθηκε να εξετάσει την υπόθεση, και αδράνησε, ισχυριζόμενη προφορικά ότι, μετά την έκδοση της απόφασης 8621/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η ανήλικη έπρεπε να επιστραφεί στην μητέρα και τον πατριό της.

Με επανειλημμένα Υπομνήματα (βλ. τα από 21/11/2005, από 22/11/2005 από 30/11/2005 και από 12/12/2005 Αιτήσεις και Υπομνήματα) και παραστάσεις του συνηγόρου του πατέρα και της ανήλικης, δέχτηκε να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, και ζήτησε να δει την ανήλικη.

Η συνάντηση της Εισαγγελέως με την ανήλικη πραγματοποιήθηκε την Τρίτη, 6/12/2005.

Η συνάντηση της Εισαγγελέως με τον πατέρα πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη, 8/12/2005.

Μετά τις παρακάτω συναντήσεις, η Εισαγγελέας αδράνησε πάλι, για περίπου δύο εβδομάδες και τέλος, στις 21/12/2005, εξέδωσε απόφαση, με την οποία απέρριψε την αίτηση.

Η απόφαση αυτή, με βάση το περιεχόμενό της, αποδεικνύεται προϊόν έντονης μεροληψίας κατά του πατέρα, αλλά και κατά της ανήλικης, και υπέρ της μητέρας και του πατριού, και για τον λόγο αυτό κατετέθη από τον δικηγόρο του πατέρα και της ανήλικης, προς την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, με αρ. πρωτ. 161185/291205, αίτηση εξαίρεσης της κας Πί. από τον χειρισμό της υπόθεσης, η οποία κοινοποιήθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με αρ. πρωτ. 11329/5389/291205.

Με βάση την αίτηση αυτή εξαιρέθηκε, ατύπως, η κα Πί. από τον περαιτέρω χειρισμό της υπόθεσης, όπως διαβεβαίωσε προφορικά ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Αθηνών κ. Δημήτριος Πα. τον δικηγόρο του πατέρα και της ανήλικης.

Πλην όμως, δεν ελήφθη κανένα μέτρο για την προστασία της ανήλικης, ούτε για τον έλεγχο του μεροληπτικού τρόπου με τον οποίο συμπεριφέρθηκε και αποφάσισε η εν λόγω Εισαγγελέας.

Αντίθετα, η εν λόγω μεροληπτική από 21/12/2005 απόφαση, είχε άμεσες συνέπειες, αφού:

  • Ματαιώθηκε η δικαστική προστασία που ζητήθηκε από την Εισαγγελέα, για την οποία ήταν αρμόδια, με αποτέλεσμα να διώκονται εκ νέου, ο μεν πατέρας για να συλληφθεί, η δε ανήλικη για να απαχθεί από την μητέρα και τον πατριό της.

  • Αρχειοθετήθηκε, μετά από λίγες μέρες, η μήνυση κατά του πατριού, για την σεξουαλική παρενόχληση της ανήλικης.

Η αρχειοθέτηση αυτή ενεργήθηκε μετά από πλημμελέστατη έρευνα, αφού στον φάκελο της υπόθεσης δεν υπάρχει ούτε μία κατάθεση της ανήλικης, σχετικά με την καταγγελία της.

Έχει, δε, σαν αποτέλεσμα ότι, δυνάμει αυτής, δεν θα εξεταστεί η καταγγελία της ανήλικης από δικαστήριο.

Για την κατάσταση που δημιουργήθηκε, απευθύνθηκε από την αδελφή του πατέρα Ευγενία Κ. ανοιχτή επιστολή προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης (δημοσιευμένη στην εφημερίδα ΠΑΡΟΝ στις 8/1/2006).

(g) Παραβιάσεις του Συμφώνου

1) Παράβαση του άρθρου 14 παρ. 1 του Συμφώνου (ισότητα ενώπιον των δικαστηρίων, πρόσβαση στο δικαστήριο και αμεροληψία δικαστικών οργάνων όσον αφορά την δίκαιη δίκη)

Ειδικότερα, όπως επισημαίνει ο σύλλογός μας, στη συγκεκριμένη περίπτωση η παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης παραβιάστηκε πολλαπλά, μεταξύ άλλων και κατά τους παρακάτω τρόπους:

1.α.) Παράβαση της υποχρέωσης ισότητας ενώπιον των δικαστηρίων του πατέρα με την μητέρα σε θέματα επιμέλειας ανήλικου παιδιού

Στην συγκεκριμένη περίπτωση η Ελληνική Δικαιοσύνη εκδήλωσε μια έντονη μεροληψία κατά του πατέρα, αρνούμενη να προστατεύσει τον ίδιο, στην προσπάθειά του να προστατεύσει την ανήλικη, αλλά και την ίδια την ανήλικη, απέναντι στους προφανείς κινδύνους που την απειλούν.

Η μεροληπτική από 21/12/2005 απόφαση της Εισαγγελέως Ανηλίκων Αθηνών, παρά την κατά τόπους ασυναρτησία της, στηρίζεται, κατά βάση, στο παρακάτω παράνομο σκεπτικό:

  • Διαπιστώνεται η αρνητική στάση της ανήλικης απέναντι στην μητέρα της και η απόφασή της να μην επιστρέψει σ’ αυτήν.

  • Η απόφαση της ανήλικης δεν γίνεται σεβαστή: αντίθετα, θεωρείται ότι πρέπει η ανήλικη να εγκλειστεί σε ίδρυμα, προκειμένου να αλλάξει η απόφασή της.

  • Με το πρόσχημα αυτό, η Εισαγγελέας αρνείται κάθε προστασία στην ανήλικη απέναντι στο περιβάλλον της μητέρας και του πατριού της, εκθέτοντας την ανήλικη στον κίνδυνο άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας από μέρους τους.

  • Με το ίδιο πρόσχημα, η Εισαγγελέας αρνείται κάθε προστασία στον πατέρα, ο οποίος υποχρεώθηκε, ακάλυπτος από την Ελληνική Δικαιοσύνη, να επωμιστεί το βάρος και τον κίνδυνο των ενεργειών για την προστασία της ανήλικης κόρης του από το περιβάλλον που την απειλεί.

  • Ο κίνδυνος στον οποίο εξέθεσε η Εισαγγελία Ανηλίκων Αθηνών τον πατέρα και την ανήλικη είναι να υποστεί μια ατιμωτική σύλληψη και μεταχείριση ο πατέρας, και να απαχθεί βίαια η ανήλικη από την μητέρα και τον πατριό της.

Επισημαίνεται ότι, λόγω ηλικίας της ανήλικης, και λόγω των περιστάσεων, η παραπάνω θέλησή της να παραμείνει με τον πατέρα της, δεν μπορεί να θεωρηθεί χειραγωγούμενη. Πράγματι, η ανήλικη, από την ηλικία των 3,5 χρονών κατοικεί με την μητέρα της, η οποία προέβη σε έντονες προσπάθειες να την αποξενώσει από τον πατέρα: άμεση μετακόμιση σε άλλη πόλη (από την Αθήνα στην Θεσσαλονίκη), στέρηση της επικοινωνίας της ανήλικης με τον πατέρα για ένα, περίπου, έτος, συκοφάντηση του πατέρα ότι δεν είναι «φυσικός» πατέρας της ανήλικης, ενώ «φυσικό» περιβάλλον του κοριτσιού είναι μόνο το περιβάλλον της μητέρας, στην Θεσσαλονίκη, κ.τ.λ.

Η ανήλικη ανέπτυξε ισχυρές αντιστάσεις στις παραπάνω πιέσεις της μητέρας, εκδήλωσε τελική προτίμηση προς τον πατέρα, και παρακολούθησε με έντονο ενδιαφέρον και αγωνία όλες τις φάσεις της αντιδικίας του πατέρα και της μητέρας για την επιμέλειά της.

Ενόψει των παραπάνω, καθώς και της έγκυρης γνώμης των ψυχιάτρων που περιλαμβάνονται στον φάκελο της υπόθεσης, δεν μπορεί να στηριχτεί καμία υπόθεση ότι η προτίμηση της ανήλικης προς τον πατέρα δεν είναι γνήσια και αυθόρμητη.

Η παραπάνω περίπτωση εκφράζει, με τρόπο ακραίο και ενδεικτικό, τον άνισο και μεροληπτικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο πατέρας από την Ελληνική Δικαιοσύνη, και κατ’ επέκτασιν από την Ελληνική Πολιτεία, ιδίως σε θέματα σχέσεων με το παιδί του.

Από την πείρα μας, και από τα ιστορικά που έχουμε συγκεντρώσει, προκύπτει ότι, στην μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων, η μητέρα επωφελείται από την ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου παιδιού της σ’ αυτήν, για να εκδικηθεί τον πατέρα, αποξενώνοντάς τον από το παιδί του.

Έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα παιδιά μας παρουσιάζουν σύνδρομο πατρικής αποξένωσης (parents alienation syndrome, PAS), εις βάρος του πατέρα, για το οποίο ποτέ, κανένας Έλληνας δικαστής και κανένας Έλληνας Εισαγγελέας δεν έλαβε το παραμικρό μέτρο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι, στην περίπτωση που θα επισημανθεί αδικαιολόγητη αποξένωση του ανήλικου από την μητέρα δεν θα πρέπει να ληφθούν ανάλογα μέτρα.

Η ισότητα των φύλων που πρεσβεύουμε, επιδιώκουμε και απαιτούμε, δεν μπορεί να ερμηνευτεί κατ’ αυτόν τον τρόπο.

Όμως, ενόψει των παραπάνω, καθίσταται σαφές ότι η επίκληση της «μητρικής στέρησης» χρησιμοποιήθηκε, στην συγκεκριμένη περίπτωση, από την Εισαγγελέα Ανηλίκων Αθηνών καθαρά προσχηματικά, για να δικαιολογηθεί η μεροληψία υπέρ της μητέρας, η αντίστοιχη μεροληψία κατά του πατέρα, και για να μην γίνει σεβαστή η επιθυμία της ανήλικης να μείνει με τον πατέρα της.

Η μεροληψία υπέρ της μητέρας, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ανεξάρτητη από το φύλο του δικαζομένου.

Πράγματι, δυνάμει αυτής της μεροληψίας αφέθηκε έκθετο και εμφανώς αδικήθηκε ένα ανήλικο κορίτσι.

Δυνάμει της ίδιας μεροληψίας αντιμετωπίστηκε με εμφανή εύνοια και χαριστική διάθεση ο πατριός, ένας άντρας.

Η μεροληψία αυτή είναι έκδηλη σε σωρεία αποφάσεων και πράξεων δικαστών και εισαγγελέων στην συγκεκριμένη περίπτωση, αφού είναι εμφανές ότι, όλες οι παράνομες και αδικαιολόγητες αρνήσεις δικαστικής προστασίας της ανήλικης και του πατέρα από μέρους των δικαιοδοτικών οργάνων υπαγορεύτηκαν, μεταξύ άλλων, από την πρόθεση να ευνοηθεί η μητέρα εις βάρος του πατέρα.

Για τον λόγο αυτό, το ενδιαφέρον των καταγγελλομένων παραβιάσεων των δικαιωμάτων του Συμφώνου, υπερβαίνουν την ατομική περίπτωση του συγκεκριμένου πατέρα και της συγκεκριμένης ανήλικης, αφού απορρέουν από την επικρατούσα στην Ελλάδα δικαστική πρακτική ότι, σε θέματα επιμέλειας ανήλικου παιδιού, ο πατέρας αντιμετωπίζεται άνισα σε σχέση με την μητέρα, και για τον λόγο αυτό η Ελλάδα παραβιάζει το άρθρο 14 παρ. 1 του Συμφώνου.

1.β) Στέρηση του πατέρα και της ανήλικης από την πρόσβαση στο δικαστήριο

Από τα περιστατικά της υπόθεσης προκύπτει ότι, προκειμένου να στερήσουν τον πατέρα και την ανήλικη από την δυνατότητα της εμφάνισης στο δικαστήριο, η μητέρα και ο πατριός κίνησαν εις βάρος τους την διαδικασία της αυτόφωρης σύλληψής τους.

Η διαδικασία αυτή στην Ελλάδα ρυθμίζεται με ατελή τρόπο.

Δίνει την δυνατότητα σε οποιονδήποτε να προκαλέσει ανά πάσα στιγμή την σύλληψη οποιουδήποτε, με την κατάθεση μιας ψευδούς μήνυσης σε κάποιο αστυνομικό τμήμα.

Στην συγκεκριμένη υπόθεση, που η μήνυση αφορά «αρπαγή ανηλίκου» (άρθρο 324 Π.Κ.), που είναι έγκλημα «διαρκές», ο κίνδυνος σύλληψης είναι επίσης μόνιμος και διαρκής, και μπορεί να παραταθεί επ’ αόριστον.

Τον συγκεκριμένο μηχανισμό χρησιμοποίησε η πλευρά μητέρας – πατριού κατά τρόπο εμφανώς καταχρηστικό, αφενός μεν ως μέσο για την βίαιη απόσπαση του παιδιού, και αφετέρου ως τρόπο παρεμπόδισης του πατέρα και της ανήλικης να παρασταθούν στο δικαστήριο.

Τούτο προκύπτει από το ότι οι τρεις από τις τέσσερις δικαστικές πράξεις που εμφανίζονται στην συγκεκριμένη υπόθεση, ελήφθησαν υπό καθεστώς καταχρηστικής καταδίωξης του πατέρα από την αστυνομία.

Πρόκειται, ειδικότερα, για τις εξής πράξεις:

    1. 1) Την από 22/8/2005 απόρριψη του αιτήματος για δικαστική προστασία από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών

    2. 2) Την από 18/11/2005 απόρριψη του αιτήματος για δικαστική προστασία από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών

    3. 3) Την από 21/12/2005 απόφαση της Εισαγγελέως Ανηλίκων Αθηνών.

Στις δύο από τις περιπτώσεις αυτές (την πρώτη και την δεύτερη) ο πατέρας δεν μπόρεσε να εμφανιστεί στον δικαστή που δίκαζε την υπόθεσή του, για να μην συλληφθεί.

Για τον ίδιο λόγο, δεν μπόρεσε να εμφανιστεί και η ανήλικη, προκειμένου να επικοινωνήσει με τον δικαστή.

Στην τρίτη περίπτωση, η Εισαγγελέας επικοινώνησε μεν με τον πατέρα και την ανήλικη, αλλά χρησιμοποίησε την κατάσταση φυγής στην οποία η ίδια τους είχε αναγκάσει, με την αδράνειά της, σαν δικαιολογία για να απορρίψει την αίτηση δικαστικής προστασίας.

Όσον αφορά την άλλη περίπτωση, δηλαδή την απόφαση 8621/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είναι εμφανές ότι η άρνηση παροχής δικαστικής προστασίας στηρίζεται σε ένα υπερβολικά φορμαλιστικό σκεπτικό, και για τον λόγο αυτό συνιστά άρνηση δικαστικής προστασίας, και συνεπώς άρνηση πρόσβασης στο δικαστήριο.

Για τους λόγους αυτούς, στην συγκεκριμένη περίπτωση, τα Ελληνικά όργανα έχουν παραβιάσει το άρθρο 14 παρ. 1 του Συμφώνου.

2) Παράβαση του άρθρου 3 και του άρθρου 23 παρ. 4 του Συμφώνου (ισότητα ανδρών και γυναικών)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Συμφώνου, τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση να διασφαλίσουν το δικαίωμα ισότητας ανδρών και γυναικών στην απόλαυση όλων των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων που αναφέρονται στο Σύμφωνο.

Τέτοια δικαιώματα είναι, βεβαίως:

1) Το δικαίωμα της ισότητας σε σχέση με τα δικαιώματα των συζύγων σε σχέση με το γάμο, κατά τον έγγαμο βίο και κατά τη λύση του γάμου (άρθρο 23 παρ. 4 του Συμφώνου)

2) Το δικαίωμα της ισότητας ανδρών και γυναικών ενώπιον των δικαστηρίων, σε ζητήματα γονικής μέριμνας (άρθρο 14 παρ. 1 του Συμφώνου)

Στην Ελλάδα, σε ζητήματα δικαιώματος στην οικογένεια, και ιδίως στην σχέση του με το παιδί μετά την λύση του γάμου, ο άντρας βρίσκεται σε σαφώς μειονεκτική θέση απέναντι στην γυναίκα.

Όπως επισημάνθηκε και παραπάνω, ο πατέρας και η μητέρα δεν διεκδικούν την επιμέλεια του παιδιού υπό συνθήκες ισότητας ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων.

Τα Ελληνικά Δικαστήρια αναθέτουν την επιμέλεια του παιδιού στην μητέρα, χωρίς να εξετάσουν με πρόθεση ισότητας το δικαίωμα του πατέρα να διεκδικήσει ο ίδιος την επιμέλεια του παιδιού του.

Με τον τρόπο αυτό, ο ρόλος του πατέρα έχει υποβαθμιστεί σαφώς στην Ελλάδα, με αποτελέσματα ορατά στην νοοτροπία και στην δομή της κοινωνίας, αλλά και στην δημιουργία πλήθους περιπτώσεων σαφών αδικιών εις βάρος του πατέρα, σε ζητήματα σχέσεών του με το παιδί του, όταν έχει αντίδικο την μητέρα.

Από το ιστορικό της συγκεκριμένης περίπτωσης προκύπτει:

1) Ότι η δικαστής που ανέθεσε την επιμέλεια του δεκάχρονου κοριτσιού στην μητέρα, με την απόφαση 920/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δεν ρώτησε το ίδιο το ενδιαφερόμενο κορίτσι, κατά παράβαση σχετικής νόμιμης υποχρέωσής της, που απορρέει από το άρθρο 681 Γ του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

2) Ότι στις επανειλημμένες αρνήσεις δικαστικής προστασίας του πατέρα και της ανήλικης, εκδηλώνεται μια σαφής πρόθεση των δικαστικών αρχών να περισώσουν την επιμέλεια της μητέρας και την εξουσία της πάνω στο παιδί, συγκαλύπτοντας ακόμα και μια περίπτωση πιθανής σεξουαλικής παρενόχλησης του παιδιού, προκειμένου να μην περιέλθει, εξαιτίας αυτής, η επιμέλεια στον πατέρα.

Οι εκδηλώσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο μιας γενικότερης μειονεξίας της θέσης του πατέρα, απέναντι στην θέση της μητέρας, ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων, την οποία ο Έλληνας Νομοθέτης δεν θέλησε να θεραπεύσει, και δεν έλαβε κανένα μέτρο.

Για τον λόγο αυτό, υφίσταται παραβίαση του άρθρου 3 και του άρθρου 23 παρ. 4 του συμφώνου.

3) Παράβαση του άρθρου 24 παρ. 1 του Συμφώνου (προστασία της παιδικής ηλικίας)

Σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συμφώνου, Κάθε παιδί, χωρίς διάκριση λόγω φυλής, χρώματος, γένους, γλώσσας, θρησκείας, εθνικής ή κοινωνικής προέλευσης, περιουσίας ή γέννησης, έχει δικαίωμα, έναντι της οικογένειάς του, της κοινωνίας και του Κράτους στα μέτρα προστασίας που απαιτεί η θέση του ως ανηλίκου.

Συνεπώς, η Ελληνική Πολιτεία έχει υποχρέωση να λάβει «μέτρα προστασίας», ώστε να προστατεύσει αποτελεσματικά και άμεσα το παιδί, μεταξύ άλλων:

  • Από τον κίνδυνο άσκησης βίας επ’ αυτού, σωματικής ή ψυχολογικής, περιλαμβανομένης της βίας για την παράδοσή του σε γονέα τον οποίο αρνείται.

  • Από την έκθεσή του σε περιβάλλον όπου υπάρχουν υπόνοιες ότι έχει παρενοχληθεί σεξουαλικά, ή κινδυνεύει να παρενοχληθεί σεξουαλικά.

  • Από την έκθεσή του σε περιβάλλον όπου υπάρχει κίνδυνος να υποστεί οποιαδήποτε μορφή σωματικής ή ψυχολογικής κακομεταχείρισης.

Οι παραπάνω κίνδυνοι προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης.

Όμως, η ανήλικη δεν προστατεύθηκε, αντίθετα εκτέθηκε στον κίνδυνο αρπαγής της σε απειλητικό περιβάλλον, το οποίο έχει απορρίψει, και ιδίως:

1) Με την από 22/8/2005 απόρριψη του αιτήματος για δικαστική προστασία από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών

2) Με την απόφαση 8621/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

3) Με την από 18/11/2005 απόρριψη του αιτήματος για δικαστική προστασία από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών

4) Με την από 21/12/2005 απόφαση της Εισαγγελέως Ανηλίκων Αθηνών.

Με τις παραπάνω επανειλημμένες αρνήσεις της να προστατεύσει την ανήλικη, η Ελλάδα παραβίασε το άρθρο 24 παρ. 1 του Συμφώνου.

5) Παράβαση του άρθρου 14 παρ. 2 του Συμφώνου (τεκμήριο αθωότητος)

Το τεκμήριο αθωότητος παραβιάζεται όταν όργανο του Κράτους (συμπεριλαμβανομένων των δικαστικών) αντιμετωπίζει σαν ένοχο της διάπραξης αδικήματος άτομο του οποίου η ενοχή δεν έχει αποδειχθεί κατά νόμον.

Στην καταγγελλόμενη περίπτωση, το τεκμήριο αθωότητος του πατέρα παραβιάστηκε με την από 21/12/2005 απόφαση της Εισαγγελέως Ανηλίκων, αφού μ’ αυτήν έκρινε ότι ο πατέρας είχε διαπράξει το αδίκημα για το οποίο τον είχε μηνύσει η μητέρα, με την από 252000, αρ. ΣΤ2/475 μήνυσή της, ενώ γι’ αυτήν την πράξη ο πατέρας είχε αθωωθεί, με την απόφαση 56790/2005 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία είχε τεθεί υπόψη της εν λόγω Εισαγγελέως.

  1. Παράβαση του άρθρου 9 του Συμφώνου (ελευθερία του προσώπου)


Στην Ελλάδα, δυνάμει του άρθρου 950 ΚΠολΔ, δεν είναι δυνατή, στο πλαίσιο της πολιτικής διαδικασίας, η βίαιη αφαίρεση του παιδιού από οποιονδήποτε, και η παράδοσή του στον άλλο.

Εξάλλου, η υποχρέωση προστασίας της προσωπικής αξίας του παιδιού, δυνάμει του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, αποκλείουν το ενδεχόμενο άσκησης σωματικής και ψυχολογικής βίας επ’ αυτού, συμπεριλαμβανομένης της βίας για να υποχρεωθεί να συγκατοικήσει με τον γονέα τον οποίο δεν επιθυμεί, και ιδίως με τον πατριό του.

Εξάλλου, κατά το αστικό μέρος της υπόθεσης, δεν υφίσταται με βεβαιότητα διαπιστωμένο δικαίωμα της μητέρας να παραλάβει το παιδί της, ούτε σχετική απόφαση (η απόφαση 920/05 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίδει την επιμέλεια, δεν επάγεται αυτομάτως τέτοια υποχρέωση του πατέρα, αφού η σχετική αξίωση της μητέρας εμφανίζεται σαφώς καταχρηστική).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως επισημάνθηκε, η μητέρα και ο πατριός χρησιμοποίησαν τον ατελώς ρυθμισμένο στην Ελλάδα μηχανισμό του αυτοφώρου προκειμένου να παρακάμψουν τα παραπάνω νομικά εμπόδια, μέσα από την άσκηση μιας θεσμοποιημένης στην Ελλάδα μορφή βίας: την σύλληψη του πατέρα με την αυτόφωρη διαδικασία, και την αρπαγή του παιδιού, που θα μείνει αβοήθητο.

Με τον τρόπο αυτό, ο πατέρας και η ανήλικη υφίστανται:

  • Την διαρκή απειλή σύλληψης του πρώτου και αρπαγής της δεύτερης, με την συνδρομή των οργάνων της πολιτείας (αστυνομικών και δικαιοδοτικών)

  • Την υποχρεωτική στέρηση της ελευθερίας του προσώπου τους, αφού δεν μπορούν να εμφανιστούν δημόσια, ούτε στο δικαστήριο, για να αποφύγουν την παραπάνω απειλή.

Η παραπάνω απειλή δεν κατέστη δυνατόν να αποτραπεί, και κανένα μέτρο δεν έλαβε η Πολιτεία σχετικώς, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις του πατέρα προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

Αντίθετα, στην απειλή αυτή και στην συναφή κατάσταση στέρησης της ελευθερίας του πατέρα και της ανήλικης, οδήγησαν πράξεις δικαστικών οργάνων, και ειδικότερα οι τέσσερις αρνήσεις παροχής δικαστικής προστασίας που αναφέρθηκαν παραπάνω, δηλαδή:

1) Η από 22/8/2005 απόρριψη του αιτήματος για δικαστική προστασία από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών

2) Η απόφαση 8621/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

3) Η από 18/11/2005 απόρριψη του αιτήματος για δικαστική προστασία από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών

4) Η από 21/12/2005 απόφαση της Εισαγγελέως Ανηλίκων Αθηνών.

Με τις παραπάνω πράξεις και παραλείψεις των δικαιοδοτικών της οργάνων, σε συνδυασμό με την ατελή και επικίνδυνη ρύθμιση του θεσμού της αυτόφωρης σύλληψης, η Ελλάδα παραβίασε, εις βάρος του πατέρα και της ανήλικης, το άρθρο 9 του Συμφώνου.

5) Παράβαση του άρθρου 17 του Συμφώνου (προστασία από παράνομη προσβολή του προσώπου)

Στο παραπάνω ιστορικό, με βάση μεθοδεύσεις της πλευράς της μητέρας και του πατριού, ο πατέρας και η ανήλικη έχουν υποστεί παράνομη προστασία της προσωπικότητάς τους, χωρίς δυνατότητα νομικής και δικαστικής προστασίας τους.

Ειδικότερα, η ανήλικη έχει εξευτελιστεί με την ανάρτηση της εικόνας της δημόσια, με την πληροφορία ότι «αναζητείται».

Ο πατέρας, επίσης, έχει εξευτελιστεί ως άρπαγας του παιδιού, ως παράνομος, ως καταζητούμενος της αστυνομίας.

Η προσβολή αυτή της τιμής και της υπόληψης των παραπάνω προσώπων είναι παράνομη, και συνιστά προσβολή του τεκμηρίου αθωότητος του πατέρα, και της εικόνας, της τιμής και της υπόληψης του κοριτσιού.

Τα περιστατικά της παραπάνω προσβολής έχουν τεθεί υπόψη των δικαστικών και εισαγγελικών αρχών, οι οποίες όχι μόνον αρνήθηκαν κάθε προστασία μας, αλλά και ενθάρρυναν την περαιτέρω προσβολή μας, αφού τα στήριξαν με τις πράξεις τους.

Όμως στην Ελλάδα δεν προβλέπεται, και σε κάθε περίπτωση δεν είναι ρεαλιστική η δικαστική προστασία των παραπάνω προσώπων απέναντι σε πράξεις των ιδίων των δικαστικών οργάνων, ούτε στις συνέπειές τους, όπως είναι η παραπάνω προσβολή της προσωπικότητάς τους.

Ως εκ τούτου, υπάρχει παραβίαση του άρθρου 17 του Συμφώνου.

(h) Εξάντληση των εσωτερικών ενδίκων μέσων

Απέναντι στις ενέργειες των δικαστικών οργάνων που καταγγέλλονται δεν προβλέπονται ένδικα μέσα.

Ειδικότερα, οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων, δεν επιδέχονται ένδικα μέσα (άρθρο 699 ΚΠολΔ).

Επίσης, δεν προβλέπεται ένδικο μέσο κατά της από 21/12/2005 απόφασης της Εισαγγελέως Ανηλίκων.

Οι επανειλημμένες παραβάσεις που αναφέρονται παραπάνω σημειώθηκαν σε αντίστοιχες αιτήσεις των προσβληθέντων για την δικαστική προστασία τους, ενώπιον των εσωτερικών οργάνων.

Από τις ίδιες παραβάσεις αποδεικνύεται ότι τα εν λόγω πρόσωπα προσπάθησαν, με επανειλημμένες αιτήσεις, να επιτύχουν την δικαστική προστασία τους από τα εσωτερικά όργανα, και δεν το κατορθώσαμε μέχρι σήμερα.

Το ενδεχόμενο των προσώπων αυτών να επιτύχουν δικαστική προστασία τους στο μέλλον ενώπιον των εσωτερικών οργάνων δεν θεραπεύει την ήδη συντελεσμένη προσβολή των δικαιωμάτων μας.

Τούτο, για τον εξής λόγο: στην έννοια της δίκαιης δίκης, κατά το άρθρο 14 παρ. 1 του Συμφώνου, υπάγεται αναμφίβολα το δικαίωμα για ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ δικαστική προστασία.

Τόσο η Εισαγγελέας Ανηλίκων, που εξέδωσε την από 21/12/2005 απορριπτική απόφαση, όσο και οι δικαστές που εξέδωσαν τις από 22/8/2005, από 18/11/2005 απορρίψεις και την απόφαση 8621/2005 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αρνούνται και, στην ουσία, ματαιώνουν το δικαίωμα του πατέρα και της ανήλικης για προσωρινή δικαστική προστασία.

Συνεπώς, στο σύνολό τους, οι δικαστικές πράξεις, αποφάσεις και παραλείψεις που αναφέρονται, δεν επιδέχονται θεραπείας, αφού εξαιτίας αυτών ο πατέρας και η ανήλικη έχουν παραμείνει, για χρονικό διάστημα δύο ήδη μηνών, εκτεθειμένοι στις παραπάνω παραβιάσεις των δικαιωμάτων του Συμφώνου.

Κατά τούτο, η παραβίαση των δικαιωμάτων των προσώπων αυτών, έχει συντελεστεί.

Αφετέρου, έλεγχος των δικαστικών προσώπων που παραβίασαν τα δικαιώματα των προσώπων αυτών, ενώπιον των εσωτερικών οργάνων είναι εξαιρετικά δυσχερής και πρακτικά αδύνατος.

Οι σχετικές πράξεις τους έχουν τεθεί ενώπιον αρμοδίων για τον έλεγχο οργάνων, όπως ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και ο Υπουργός Δικαιοσύνης, τα οποία έχουν εξουσία να παρέμβουν αυτεπαγγέλτως στον έλεγχο των δικαστικών προσώπων που παρέβησαν τα δικαιώματα του πατέρα και της ανήλικης, αλλά τίποτα δεν έπραξαν σχετικά.

Πέραν τούτων, το Ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει, για τον σχετικό έλεγχο, το Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας του άρθρου 99.

Η προσφυγή, όμως, ενώπιόν του, θεωρείται κατ’ εξοχήν απρόσφορο ένδικο βοήθημα, αφού, από τις αρχές του 20ου αιώνα, που λειτουργεί το εν λόγω δικαστήριο, δεν έχει γίνει δεκτή ούτε μία προσφυγή σ’ αυτό.

Τα παραπάνω γεγονότα καταδεικνύουν σαφώς ότι, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή του κανόνα της εξάντλησης ΟΛΩΝ των διαθεσίμων εσωτερικών μέσων, αφού, ενόψει και των μακρών προθεσμιών που απαιτούν οι τακτικές διαδικασίες στην Ελλάδα, σε συνδυασμό με τις επείγουσες καταστάσεις στέρησης της ελευθερίας του πατέρα και της ανήλικης, στέρησης από την ανήλικη του δικαιώματος να φοιτήσει ασφαλώς στο σχολείο της, ιδίως λόγω του κινδύνου απαγωγής της από την μητέρα και τον πατριό της, στέρησης του πατέρα από το δικαίωμα εργασίας, και ιδίως λόγω του κινδύνου σύλληψής του με την καταχρηστική διαδικασία του αυτοφώρου, οι σχετικές διαδικασίες υπερβαίνουν κάθε εύλογη διάρκεια, και συνεπώς εφαρμόζεται το άρθρο 5 παρ. 2 περ. β) εδ. δεύτερο του Συμφώνου, κατά το οποίο ο κανόνας της εξάντλησης όλων των διαθέσιμων εσωτερικών μέσων προστασίας δεν εφαρμόζεται, εάν οι σχετικές διαδικασίες υπερβαίνουν την εύλογη διάρκεια.

Για τον λόγο αυτό, έχουν εξαντληθεί τα εσωτερικά ένδικα μέσα για τον έλεγχο των παραπάνω παραβιάσεων.

(i) Εάν το ίδιο ζήτημα έχει τεθεί υπόψη άλλου διεθνούς οργανισμού

Το ζήτημα αυτό δεν έχει τεθεί υπόψη άλλου διεθνούς οργανισμού.

(j) Έγγραφα που προσκομίζονται

Όπως στον συνημμένο πίνακα.

Για τους λόγους αυτούς

Ζητούμε

Να αναγνωριστεί ότι η Ελλάδα παραβίασε τα άρθρα που αναφέρονται στην παρούσα προσφυγή μας.

Αθήνα, 14/1/2006


Ο πατέρας



Η ανήλικη



..........................................................................................................................................................................

Δεν υπάρχουν σχόλια: